Μαρτίου 08, 2010

ΧΑΝΙΑ

Μια από τις ωραιότερες πόλεις της πατρίδας μας θεωρώ ότι είναι τα Χανιά, όπου βρέθηκα για λίγες μέρες. Όμορφη και με κατοίκους εξαιρετικά φιλόξενους. Πιστεύω ότι τώρα τον χειμώνα είναι πιο όμορφη. Χωρίς την πολυβουή των τουριστών. Μελαγχολική και ήρεμη. Περιμένει όμως (όπως όλες οι ελληνικές τουριστικές πόλεις). Το πλήθος των τουριστών... Που θα της ταράξει την ηρεμία. Και θα χαλάσει τη νωχελική βόλτα όποιου θέλει να περπατήσει στην παραλία της ή στα γραφικά σοκάκια της.







«....Κάθισε μπροστά στην προβλήτα αγναντεύοντας τη θάλασσα. Η νύχτα ήταν μελαγχολική και ψυχρή. Τα φώτα λίγα. Οι περαστικοί ακόμη πιο λίγοι και βιαστικοί. Ο φάρος έριχνε το φως του κάθε σαράντα δευτερόλεπτα, προειδοποίηση για την είσοδο στο λιμάνι. Ένιωσε να κρυώνει. Το δέρμα μπιμπίκιασε και ήταν σα να ακουμπούσε την πλάτη σε παγωμένο μέταλλο. Κοίταξε για άλλη μια φορά το ατέλειωτο μαύρο που απλωνόταν μπροστά και στράφηκε προς το ξενοδοχείο. Ήταν ένα παλιό, πολυώροφο κτίριο στη μέση σχεδόν του λιμανιού. Έφτασε μπροστά στη μισοσκονισμένη τζαμαρία , η πόρτα άνοιξε απότομα και ένα ζευγάρι βγήκε γελώντας αγκαλιασμένο. Το ακολούθησε με την άκρη του βλέμματος. Έστριψαν αριστερά λίγο πιο κάτω και χάθηκαν στα στενά της παλιάς πόλης. Άθελα ακολούθησε τα βήματά τους. Πριν καλά καλά το καταλάβει βρέθηκε μπροστά στο πανδοχείο. Η ταμπέλα έγραφε «Πανσιόν Κοντέσα». Φαινόταν κλειστό από πολύ καιρό. Κάθισε στο πεζούλι της πόρτας. Το κρύο εδώ ήταν ανεχτό. Τα στενά, βλέπεις, είναι προστατευμένα. Γι αυτό, φαίνεται, έκτιζαν έτσι τα παλιά χρόνια. Έπιασε με τα χέρια τα πόδια και ακούμπησε το κεφάλι στα γόνατα. Έκλεισε τα μάτια. Το μόνο πράγμα που ακουγόταν ήταν η ησυχία. Προσπάθησε να ακούσει τα κύματα που έσβηναν στην αποβάθρα, όμως τα σπίτια από την μπροστινή πλευρά του σοκακιού, δεν το επέτρεψαν. Από το πίσω μέρος του μυαλού, εκεί που χρόνια τώρα ήταν κρυμμένοι, ακούστηκαν οι στίχοι.........»

(απόσπασμα από υπό έκδοση μυθιστόρημα)

Δεν υπάρχουν σχόλια: